Δεν φαίνεται να έχει σημασία μόνο τι τρώμε, αλλά ενδεχομένως και πότε. Μεγάλη μελέτη σε περισσότερους από 31.000 ενήλικες συνδέει το καθυστερημένο πρώτο γεύμα και το πολύ αργό βραδινό με υψηλότερο κίνδυνο θανάτου. Στα 50 έτη, το πρώτο γεύμα μετά το μεσημέρι συσχετίστηκε με περίπου 2,5 χρόνια μικρότερο προσδόκιμο ζωής.

Το ωράριο των γευμάτων μπορεί να αποτελεί έναν ακόμη τροποποιήσιμο παράγοντα που σχετίζεται με τη μακροζωία, σύμφωνα με νέα πληθυσμιακή μελέτη που δημοσιεύθηκε στο European Journal of Clinical Nutrition.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι όσοι κατανάλωναν το πρώτο γεύμα της ημέρας αργότερα εμφάνιζαν σταδιακά υψηλότερο κίνδυνο θανάτου από οποιαδήποτε αιτία σε σχέση με όσους έτρωγαν για πρώτη φορά μεταξύ 07:00 και 08:00.
Αντίστοιχα, η ώρα του τελευταίου γεύματος φάνηκε επίσης να έχει σημασία: τόσο το πολύ πρώιμο όσο και, κυρίως, το πολύ αργό βραδινό συνδέθηκαν με υψηλότερη θνησιμότητα.
Η μελέτη, ωστόσο, είναι παρατηρητική. Τα ευρήματά της δείχνουν συσχετίσεις και δεν αποδεικνύουν ότι η αλλαγή της ώρας του πρωινού ή του βραδινού θα παρατείνει από μόνη της τη ζωή.
Περισσότεροι από 31.000 ενήλικες υπό παρακολούθηση
Οι ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα από 31.044 ενήλικες ηλικίας 40 ετών και άνω που είχαν συμμετάσχει στο αμερικανικό National Health and Nutrition Examination Survey – NHANES κατά την περίοδο 1999-2018.
Η ώρα του πρώτου και του τελευταίου γεύματος, καθώς και το συνολικό «παράθυρο» κατανάλωσης τροφής μέσα στην ημέρα, υπολογίστηκαν με βάση 24ωρη διατροφική ανάκληση, δηλαδή την καταγραφή των τροφίμων και των γευμάτων που είχαν καταναλώσει οι συμμετέχοντες κατά το προηγούμενο 24ωρο.
Η διάμεση διάρκεια παρακολούθησης ήταν 8,6 χρόνια, ενώ στη διάρκεια της περιόδου καταγράφηκαν 7.129 θάνατοι.
Όσο αργότερα το πρώτο γεύμα, τόσο υψηλότερος ο κίνδυνος
Η πιο καθαρή σχέση που καταγράφηκε αφορούσε την ώρα του πρώτου γεύματος.
Ως ομάδα αναφοράς χρησιμοποιήθηκαν οι συμμετέχοντες που κατανάλωναν το πρώτο τους γεύμα μεταξύ 07:00 και 08:00 το πρωί.
Σε σύγκριση με αυτούς, όσοι έτρωγαν για πρώτη φορά μεταξύ 08:00 και 10:00 παρουσίαζαν κατά 10% υψηλότερο σχετικό κίνδυνο θανάτου από οποιαδήποτε αιτία.
Για εκείνους που έκαναν το πρώτο γεύμα μεταξύ 10:00 και 12:00, ο σχετικός κίνδυνος ήταν αυξημένος κατά 19%.
Η ισχυρότερη συσχέτιση παρατηρήθηκε σε όσους δεν έτρωγαν το πρώτο τους γεύμα μέχρι μετά τις 12:00 το μεσημέρι. Στην ομάδα αυτή, ο σχετικός κίνδυνος θανάτου από κάθε αιτία ήταν κατά 29% υψηλότερος σε σχέση με όσους έτρωγαν μεταξύ 07:00 και 08:00.
Το βραδινό μετά τα μεσάνυχτα συνδέθηκε με 27% υψηλότερο κίνδυνο
Οι ερευνητές εξέτασαν και την ώρα του τελευταίου γεύματος.
Ως ομάδα αναφοράς χρησιμοποιήθηκαν όσοι ολοκλήρωναν το φαγητό τους μεταξύ 19:00 και 20:00.
Όσοι έτρωγαν το τελευταίο τους γεύμα πριν από τις 19:00 παρουσίαζαν κατά 13% υψηλότερο σχετικό κίνδυνο θανάτου από κάθε αιτία.
Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η διαφορά για όσους συνέχιζαν να τρώνε μετά τα μεσάνυχτα. Στην ομάδα αυτή, ο σχετικός κίνδυνος ήταν κατά 27% υψηλότερος σε σχέση με την ομάδα αναφοράς.
Το εύρημα είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον, καθώς υποδηλώνει ότι η σχέση ενδέχεται να μην είναι απλώς «όσο νωρίτερα τόσο καλύτερα». Στη συγκεκριμένη ανάλυση, το χαμηλότερο σημείο κινδύνου εντοπιζόταν γύρω από ένα ενδιάμεσο βραδινό ωράριο.
Παρόμοια εικόνα και για την καρδιαγγειακή θνησιμότητα
Οι συσχετίσεις δεν περιορίστηκαν στη συνολική θνησιμότητα.
Οι ερευνητές αναφέρουν ότι αντίστοιχες σχέσεις παρατηρήθηκαν και για τον κίνδυνο θανάτου από καρδιαγγειακά αίτια.
Παράλληλα, η σχέση ανάμεσα στη διάρκεια του καθημερινού παραθύρου λήψης τροφής και στην καρδιαγγειακή θνησιμότητα φάνηκε να διαφοροποιείται ανάλογα με την ώρα του πρώτου γεύματος.
Αυτό σημαίνει ότι δεν αρκεί πιθανώς να εξετάζεται μόνο πόσες ώρες διαρκεί η ημερήσια πρόσληψη τροφής. Σημασία μπορεί να έχει και σε ποιο σημείο της ημέρας ξεκινά αυτό το παράθυρο.
Πρώτο γεύμα μετά τις 12:00 και 2,46 χρόνια μικρότερο εκτιμώμενο προσδόκιμο
Οι ερευνητές μετέφρασαν τις στατιστικές συσχετίσεις και σε εκτιμήσεις προσδόκιμου ζωής.
Στην ηλικία των 50 ετών, τα άτομα που κατανάλωναν το πρώτο γεύμα μετά τις 12:00 είχαν κατά μέσο όρο 2,46 χρόνια μικρότερο εκτιμώμενο προσδόκιμο ζωής σε σχέση με την ομάδα αναφοράς.
Το διάστημα εμπιστοσύνης για τη συγκεκριμένη εκτίμηση κυμαινόταν από 0,61 έως 4,28 χρόνια.
Αντίστοιχα, όσοι κατανάλωναν το τελευταίο γεύμα τους μετά τα μεσάνυχτα είχαν κατά μέσο όρο 2,35 χρόνια μικρότερο εκτιμώμενο προσδόκιμο ζωής, με το διάστημα εμπιστοσύνης να κυμαίνεται από 0,82 έως 5,14 χρόνια.
Οι αριθμοί αυτοί δεν σημαίνουν ότι ένα συγκεκριμένο ωράριο φαγητού «κόβει» συγκεκριμένα χρόνια ζωής από ένα άτομο. Πρόκειται για στατιστικές εκτιμήσεις σε επίπεδο πληθυσμού και όχι για πρόβλεψη της πορείας ενός μεμονωμένου ανθρώπου.
Δεν είναι μόνο το πόσες ώρες τρώμε
Τα τελευταία χρόνια μεγάλο μέρος της συζήτησης γύρω από τη χρονική οργάνωση της διατροφής έχει επικεντρωθεί στο λεγόμενο eating window, δηλαδή το χρονικό διάστημα μεταξύ της πρώτης και της τελευταίας θερμιδικής πρόσληψης μέσα στην ημέρα.
Η νέα ανάλυση υποδεικνύει ότι η διάρκεια αυτού του παραθύρου ίσως δεν μπορεί να αξιολογηθεί ανεξάρτητα από την ώρα έναρξής του.
Ειδικά ως προς την καρδιαγγειακή θνησιμότητα, οι ερευνητές παρατήρησαν ότι η σχέση του eating window με τον κίνδυνο άλλαζε ανάλογα με το πότε πραγματοποιούνταν το πρώτο γεύμα.
Το εύρημα μετατοπίζει, επομένως, τη συζήτηση από το απλό «πόσες ώρες τρώμε» προς το πιο σύνθετο «πότε αρχίζουμε, πότε σταματάμε και για πόσο διαρκεί η πρόσληψη τροφής».
Η μελέτη δεν αποδεικνύει αιτιότητα
Παρά το μεγάλο δείγμα και τη μακρά περίοδο παρακολούθησης, τα αποτελέσματα χρειάζονται προσεκτική ερμηνεία.
Πρώτον, πρόκειται για μελέτη κοόρτης και όχι για τυχαιοποιημένη κλινική δοκιμή. Επομένως, δεν μπορεί να αποδείξει ότι το καθυστερημένο πρώτο γεύμα είναι εκείνο που προκαλεί την αύξηση της θνησιμότητας.
Άνθρωποι που τρώνε αργά ενδέχεται να διαφέρουν από όσους τρώνε νωρίς ως προς πολλούς άλλους παράγοντες του τρόπου ζωής ή της υγείας τους.
Δεύτερον, το ωράριο των γευμάτων υπολογίστηκε από 24ωρη διατροφική ανάκληση. Μία τέτοια καταγραφή μπορεί να αποτυπώνει ικανοποιητικά μια συγκεκριμένη ημέρα, όχι όμως κατ’ ανάγκην όλες τις καθημερινές συνήθειες ενός ατόμου επί σειρά ετών.
Γι’ αυτό και οι συγγραφείς διατυπώνουν το συμπέρασμα με όρους συσχέτισης: το timing των γευμάτων μπορεί να αποτελεί έναν τροποποιήσιμο συμπεριφορικό παράγοντα που σχετίζεται με τον κίνδυνο θανάτου και το προσδόκιμο ζωής.
Το πιο ενδιαφέρον μήνυμα της μελέτης
Το εύρημα που ξεχωρίζει δεν είναι ότι υπάρχει μία «μαγική» ώρα πρωινού ή βραδινού που εξασφαλίζει μακροζωία.
Η σημασία της μελέτης βρίσκεται κυρίως στο γεγονός ότι το χρονικό μοτίβο διατροφής αναδεικνύεται ως πιθανή ανεξάρτητη παράμετρος της υγείας.
Στην ανάλυση, το πρώτο γεύμα μεταξύ 07:00 και 08:00 και το τελευταίο μεταξύ 19:00 και 20:00 χρησιμοποιήθηκαν ως τα σημεία αναφοράς με τα οποία συγκρίθηκαν τα υπόλοιπα ωράρια. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι συγκεκριμένες ώρες αποτελούν καθολική ιατρική σύσταση.
Δείχνει, όμως, ότι η υπερβολικά καθυστερημένη έναρξη της ημερήσιας πρόσληψης τροφής και η κατανάλωση γεύματος πολύ αργά τη νύχτα αξίζουν περαιτέρω επιστημονική διερεύνηση.
Από το «τι τρώμε» στο «πότε τρώμε»
Για δεκαετίες η διατροφική έρευνα επικεντρωνόταν κυρίως στην ποσότητα και στη σύνθεση της διατροφής.
Η συγκεκριμένη μελέτη προσθέτει ακόμη ένα κομμάτι στο παζλ: τη χρονική κατανομή των γευμάτων.
Με 31.044 συμμετέχοντες, περισσότερους από 7.000 καταγεγραμμένους θανάτους και διάμεση παρακολούθηση 8,6 ετών, τα δεδομένα ενισχύουν την υπόθεση ότι το καθημερινό πρόγραμμα των γευμάτων μπορεί να συνδέεται με μακροπρόθεσμα αποτελέσματα υγείας.
Το επόμενο βήμα είναι να διευκρινιστεί μέσα από περαιτέρω έρευνα εάν η μετατόπιση των γευμάτων σε διαφορετικές ώρες μπορεί πράγματι να αλλάξει τον κίνδυνο ή εάν οι ώρες φαγητού λειτουργούν κυρίως ως δείκτης άλλων συμπεριφορών και χαρακτηριστικών υγείας.
Μέχρι τότε, το ασφαλές συμπέρασμα δεν είναι ότι «το πρωινό στις 7:00 χαρίζει χρόνια ζωής», αλλά ότι η ώρα που τρώμε φαίνεται να έχει μεγαλύτερη βιολογική και επιδημιολογική σημασία απ’ όση θεωρούσαμε μέχρι σήμερα.
Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα
Διαβάστε επίσης
Εφαρμογές AI «χάνουν» έως 345 θερμίδες από κάθε γεύμα
Σαλμονέλα: Εννέα άτομα στο Νοσοκομείο Νίκαιας – Κοινό γεύμα

