Σχεδόν ένας στους οκτώ ενήλικες στις ΗΠΑ χρησιμοποιεί φάρμακα, συμπληρώματα ή προϊόντα κάνναβης για να κοιμηθεί ή να παραμείνει κοιμισμένος, σύμφωνα με νέα στοιχεία των Κέντρων Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων των ΗΠΑ (CDC).
- Γράφει η Χριστίνα Χατζηπαλαμουτζή

Τα δεδομένα αναδεικνύουν μια κοινωνία που δυσκολεύεται όλο και περισσότερο να εξασφαλίσει επαρκή και ποιοτικό ύπνο, με εκατομμύρια πολίτες να στρέφονται σε συνταγογραφούμενα σκευάσματα, μη συνταγογραφούμενα προϊόντα, μελατονίνη, μαριχουάνα ή CBD.
Νέα εικόνα για τη χρήση βοηθημάτων ύπνου
Σύμφωνα με την ανάλυση του National Center for Health Statistics του CDC, το 12,9% των ενηλίκων ηλικίας 18 ετών και άνω στις ΗΠΑ χρησιμοποίησε κάποιο βοήθημα ύπνου «τις περισσότερες ημέρες» ή «κάθε ημέρα» κατά τις προηγούμενες 30 ημέρες, για να αποκοιμηθεί ή να μείνει κοιμισμένο. Ειδικότερα, 5,2% χρησιμοποίησε συνταγογραφούμενα φάρμακα, 5,7% μη συνταγογραφούμενα φάρμακα ή συμπληρώματα και 3,7% προϊόντα μαριχουάνας ή CBD.
Η μέτρηση έχει ιδιαίτερη αξία, καθώς δεν περιορίζεται πλέον στα κλασικά υπνωτικά φάρμακα. Αποτυπώνει και τη στροφή προς προϊόντα που τα τελευταία χρόνια έχουν αποκτήσει μεγαλύτερη διαθεσιμότητα και κοινωνική αποδοχή, όπως η CBD και η κάνναβη, χωρίς όμως να υπάρχει ακόμη αντίστοιχη σαφήνεια ως προς τη μακροχρόνια αποτελεσματικότητα και ασφάλεια για τη χρήση τους στον ύπνο.
Οι γυναίκες χρησιμοποιούν συχνότερα βοηθήματα ύπνου
Τα στοιχεία δείχνουν σαφή διαφοροποίηση ανά φύλο. Οι γυναίκες εμφανίζονται πιο πιθανό να χρησιμοποιούν οποιοδήποτε βοήθημα ύπνου σε σχέση με τους άνδρες, με ποσοστό 14,8% έναντι 10,8%. Ειδικότερα, η χρήση συνταγογραφούμενων φαρμάκων φτάνει στο 6,4% στις γυναίκες, έναντι 3,9% στους άνδρες, ενώ η χρήση μη συνταγογραφούμενων φαρμάκων ή συμπληρωμάτων ανέρχεται σε 7% στις γυναίκες και 4,3% στους άνδρες. Αντίθετα, το CDC δεν κατέγραψε στατιστικά σημαντική διαφορά ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες στη χρήση μαριχουάνας ή CBD ως βοηθημάτων ύπνου.
Η εικόνα αυτή συνδέεται με ευρύτερα ευρήματα για τις δυσκολίες ύπνου. Σε ξεχωριστή ανάλυση του CDC για το 2024, οι γυναίκες δήλωσαν συχνότερα δυσκολία τόσο στην έναρξη όσο και στη διατήρηση του ύπνου, ενώ οι άνδρες ανέφεραν συχνότερα ότι ξυπνούν ξεκούραστοι.
Η ηλικία αλλάζει το είδος του βοηθήματος
Η χρήση οποιουδήποτε βοηθήματος ύπνου αυξάνεται με την ηλικία. Το ποσοστό ανεβαίνει από 10,5% στους ενήλικες 18–34 ετών σε 15,8% στους άνω των 65 ετών. Παρόμοια αυξητική τάση καταγράφεται στα συνταγογραφούμενα φάρμακα, από 2,2% στους νεότερους ενήλικες σε 8,8% στους άνω των 65 ετών, αλλά και στα μη συνταγογραφούμενα φάρμακα ή συμπληρώματα, από 3,9% σε 7,6%.
Η κάνναβη και η CBD ακολουθούν την αντίθετη πορεία. Η χρήση τους ως βοηθημάτων ύπνου μειώνεται με την ηλικία, από 5,5% στους ενήλικες 18–34 ετών σε 1,7% στους 65 ετών και άνω. Η διαφοροποίηση αυτή δείχνει ότι οι νεότερες ηλικίες στρέφονται συχνότερα σε εναλλακτικά ή νεότερα καταναλωτικά προϊόντα, ενώ οι μεγαλύτερες ηλικίες βασίζονται περισσότερο σε φαρμακευτικές ή συμπληρωματικές επιλογές με πιο καθιερωμένη χρήση.
Πίσω από τα σκευάσματα, ένα πρόβλημα δημόσιας υγείας
Το νέο εύρημα δεν μπορεί να διαβαστεί αποκομμένο από τη συνολική κατάσταση του ύπνου στις ΗΠΑ. Σύμφωνα με το CDC, το 30,5% των ενηλίκων κοιμήθηκε το 2024 λιγότερες από επτά ώρες κατά μέσο όρο στο 24ωρο. Παράλληλα, 15,4% δήλωσε ότι δυσκολεύεται να αποκοιμηθεί τις περισσότερες ημέρες ή κάθε ημέρα, ενώ 18,1% ανέφερε ότι δυσκολεύεται να παραμείνει κοιμισμένο.
Τα στοιχεία αυτά δίνουν την πραγματική διάσταση του προβλήματος. Η χρήση βοηθημάτων ύπνου δεν αποτελεί απλώς καταναλωτική τάση. Αντανακλά τη δυσκολία μεγάλου μέρους του πληθυσμού να πετύχει τον ύπνο που συνιστούν οι επιστημονικές οδηγίες για την προστασία της σωματικής και ψυχικής υγείας. Το National Heart, Lung, and Blood Institute των NIH αναφέρει ότι 50 έως 70 εκατομμύρια Αμερικανοί έχουν διαταραχές ύπνου, ενώ ένας στους τρεις ενήλικες δεν λαμβάνει τακτικά τη συνιστώμενη ποσότητα αδιάλειπτου ύπνου.
Η αυτοθεραπεία και τα όριά της
Η αύξηση της χρήσης βοηθημάτων ύπνου παραπέμπει σε ένα μοτίβο αυτοδιαχείρισης. Πολλοί άνθρωποι επιχειρούν να αντιμετωπίσουν την αϋπνία ή τις νυχτερινές αφυπνίσεις με διαθέσιμα προϊόντα, χωρίς πάντα να έχει προηγηθεί αξιολόγηση των αιτίων. Η μελατονίνη, τα μη συνταγογραφούμενα σκευάσματα, η CBD ή η κάνναβη μπορεί να προσεγγίζονται ως «ήπιες» λύσεις, όμως η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη.
Το CDC σημειώνει ότι οι επιστήμονες εξακολουθούν να μελετούν πώς επηρεάζει η CBD τον οργανισμό, ενώ επισημαίνει ότι η χρήση προϊόντων CBD δεν είναι χωρίς κινδύνους. Αναφέρει πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες και αλληλεπιδράσεις, όπως ηπατική βλάβη, αλληλεπίδραση με άλλα φάρμακα, υπνηλία, διάρροια ή μεταβολές στην όρεξη και στη διάθεση.
Ο ύπνος ως καθρέφτης ψυχικής και σωματικής υγείας
Ο κακός ύπνος δεν προκαλεί μόνο κούραση την επόμενη ημέρα. Η ανεπαρκής ή κακής ποιότητας ανάπαυση συνδέεται με περιορισμούς στη λειτουργικότητα και με δυσμενείς επιπτώσεις στη σωματική και ψυχική υγεία, όπως σημειώνει το CDC. Στην ίδια κατεύθυνση, το CDC αναφέρει ότι η κακή υγεία ύπνου έχει συσχετιστεί με καταστάσεις όπως η παχυσαρκία και η κατάθλιψη.
Η σχέση ύπνου και ψυχικής υγείας παραμένει αμφίδρομη. Το άγχος, η κατάθλιψη και η χρόνια πίεση μπορούν να δυσκολέψουν τον ύπνο, ενώ ο κακός ύπνος μπορεί με τη σειρά του να επιδεινώσει τη διάθεση, τη συγκέντρωση και την καθημερινή λειτουργικότητα. Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος, στον οποίο ο άνθρωπος αναζητά άμεση ανακούφιση, αλλά συχνά δεν αντιμετωπίζει το βαθύτερο αίτιο.
Η μελατονίνη, η κάνναβη και η ανάγκη καθαρών μηνυμάτων
Η δημοφιλία προϊόντων όπως η μελατονίνη και η CBD συνδέεται με την εικόνα τους ως πιο «φυσικών» ή λιγότερο βαριών επιλογών. Ωστόσο, η εμπορική διαθεσιμότητα δεν ισοδυναμεί με πλήρη τεκμηρίωση για κάθε χρήση, κάθε πληθυσμιακή ομάδα και κάθε διάρκεια λήψης. Ιδίως όταν υπάρχουν άλλα φάρμακα, χρόνια νοσήματα, εγκυμοσύνη, θηλασμός ή ιστορικό ψυχικών διαταραχών, η χρήση τέτοιων προϊόντων απαιτεί προσοχή.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε χρήση είναι προβληματική. Σημαίνει όμως ότι η συζήτηση πρέπει να μετακινηθεί από το «τι παίρνω για να κοιμηθώ» στο «γιατί δεν κοιμάμαι». Η επίμονη δυσκολία στον ύπνο μπορεί να συνδέεται με στρες, κατάθλιψη, άγχος, χρόνιο πόνο, άπνοια ύπνου, χρήση αλκοόλ, καφεΐνη, φάρμακα, οθόνες ή διαταραγμένο πρόγραμμα. Χωρίς αυτή τη διερεύνηση, η λύση συχνά μένει επιφανειακή.
Τι δείχνει η νέα τάση για τη δημόσια υγεία
Τα νέα στοιχεία του CDC στέλνουν ένα διπλό μήνυμα. Από τη μία πλευρά, καταγράφουν ότι εκατομμύρια ενήλικες αναζητούν ενεργά τρόπους για να κοιμηθούν καλύτερα. Από την άλλη, αποκαλύπτουν ότι ο ύπνος έχει γίνει πεδίο καθημερινής φαρμακευτικής, συμπληρωματικής ή καταναλωτικής παρέμβασης.
Για τα συστήματα υγείας, αυτό σημαίνει ότι η αϋπνία και οι διαταραχές ύπνου δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως δευτερεύον πρόβλημα. Χρειάζονται έγκαιρη αξιολόγηση, ενημέρωση για ασφαλή χρήση των σκευασμάτων, πρόσβαση σε μη φαρμακευτικές παρεμβάσεις και καλύτερη αναγνώριση καταστάσεων που συχνά μένουν αδιάγνωστες, όπως η υπνική άπνοια.
Ένα σήμα ανησυχίας πέρα από τους αριθμούς
Το γεγονός ότι το 12,9% των ενηλίκων στις ΗΠΑ χρησιμοποιεί συχνά κάποιο βοήθημα ύπνου δεν δείχνει μόνο την έκταση της αϋπνίας. Δείχνει και την ανάγκη για πιο ουσιαστική προσέγγιση της υγείας του ύπνου. Όταν ο ύπνος απαιτεί όλο και συχνότερα φάρμακα, συμπληρώματα ή κάνναβη, το ερώτημα δεν αφορά μόνο την ασφάλεια των προϊόντων. Αφορά τον τρόπο ζωής, την ψυχική επιβάρυνση, την ποιότητα της φροντίδας και τη δυνατότητα των πολιτών να αναζητούν βοήθεια πριν η δυσκολία γίνει χρόνια.
Η νέα εικόνα από τις ΗΠΑ δεν είναι απλώς στατιστική. Είναι προειδοποίηση ότι ο ύπνος, ένας από τους βασικούς δείκτες υγείας, χρειάζεται να επιστρέψει στο κέντρο της δημόσιας συζήτησης.
Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα
Διαβάστε επίσης
Ιατρική κάνναβη: Τι δείχνει η μεγαλύτερη έως τώρα ανάλυση για ψυχική υγεία
Φαρμακευτική κάνναβη και Σκλήρυνση κατά Πλάκας: Νέα δεδομένα

