ΕπιχειρηματικάΓιατί Lilly και Boehringer μειώνουν επενδύσεις δισ. στη Γερμανία

Γιατί Lilly και Boehringer μειώνουν επενδύσεις δισ. στη Γερμανία

- Advertisement -

Οι φαρμακευτικές εταιρείες Eli Lilly και Boehringer Ingelheim αναθεωρούν επενδυτικά σχέδια δισεκατομμυρίων ευρώ στη Γερμανία, αντιδρώντας στις προωθούμενες περικοπές των δαπανών υγείας. Η εξέλιξη εντείνει την ανησυχία της φαρμακοβιομηχανίας για το επενδυτικό περιβάλλον στην Ευρώπη, σε μια περίοδο αυξημένης ζήτησης για καινοτόμες θεραπείες και φάρμακα GLP-1.

  • Γράφει ο Κοσμάς Ζακυνθινός 
Οι φαρμακευτικές εταιρείες Eli Lilly και Boehringer Ingelheim αναθεωρούν επενδυτικά σχέδια δισεκατομμυρίων ευρώ στη Γερμανία, αντιδρώντας στις προωθούμενες περικοπές των δαπανών υγείας.
Photo healthpharma

ΔΩΡΕΑΝ ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Η Eli Lilly και η Boehringer Ingelheim εγκαταλείπουν ή περιορίζουν επενδυτικά σχέδια συνολικής αξίας δισεκατομμυρίων ευρώ στη Γερμανία, μετά την απόφαση της χώρας να προχωρήσει σε μέτρα συγκράτησης των δαπανών υγείας.

Σύμφωνα με δημοσιεύματα της γερμανικής Handelsblatt, η Boehringer Ingelheim απέσυρε σχέδια επενδύσεων ύψους 900 εκατ. ευρώ στη Γερμανία. Τα κεφάλαια προορίζονταν για την επέκταση υποδομών την περίοδο 2027-2030, μεταξύ άλλων και για νέα εργαστηριακά κτίρια.

Λίγες ώρες αργότερα, η ίδια εφημερίδα μετέδωσε ότι η Eli Lilly περιορίζει σημαντικά την επένδυση ύψους 2,3 δισ. ευρώ για εργοστάσιο παραγωγής στη Γερμανία.

Η μονάδα της Lilly για τα GLP-1 φάρμακα

Η Lilly είχε ανακοινώσει τη συγκεκριμένη επένδυση το 2023 και ξεκίνησε τις εργασίες κατασκευής της μονάδας την επόμενη χρονιά. Το εργοστάσιο είχε σχεδιαστεί ως εγκατάσταση παραγωγής ενέσιμων φαρμακευτικών προϊόντων και συσκευών χορήγησης, με στόχο να ενισχύσει την παγκόσμια προσφορά των Zepbound και Mounjaro.

Η κίνηση είχε ιδιαίτερη σημασία, καθώς η ζήτηση για τα φάρμακα GLP-1 έχει αυξηθεί κατακόρυφα διεθνώς, λόγω της χρήσης τους στην παχυσαρκία και στον διαβήτη τύπου 2. Η εταιρεία σχεδίαζε να προσλάβει περίπου 1.000 εργαζομένους στη νέα μονάδα.

Ωστόσο, ο διευθύνων σύμβουλος της Lilly, Dave Ricks, δήλωσε στη Handelsblatt ότι η εταιρεία μειώνει στο μισό την επένδυση στο γερμανικό εργοστάσιο. Η μονάδα θα ανοίξει όπως είχε προγραμματιστεί το 2027, αλλά θα λειτουργήσει με τη μισή δυναμικότητα και με τον μισό αριθμό εργαζομένων σε σχέση με τον αρχικό σχεδιασμό.

Οι περικοπές στη γερμανική υγεία στο επίκεντρο

Οι δύο εταιρείες συνέδεσαν την αναθεώρηση των επενδυτικών τους σχεδίων με τα σχέδια της γερμανικής κυβέρνησης για μείωση των δαπανών υγείας.

Τον Απρίλιο, η γερμανική ηγεσία παρουσίασε σχέδιο νόμου με στόχο την εξοικονόμηση άνω των 16 δισ. ευρώ και τον έλεγχο των ασφαλιστικών εισφορών. Μέρος των εξοικονομήσεων αναμένεται να προέλθει από την αύξηση της συμμετοχής των ασφαλισμένων σε συνταγογραφούμενα φάρμακα που σήμερα επιδοτούνται από τα ασφαλιστικά ταμεία.

Η κυβέρνηση παρουσιάζει το σχέδιο ως αναγκαία απάντηση στο διευρυνόμενο έλλειμμα των δημόσιων ασφαλιστικών ταμείων. Σύμφωνα με τις προβλέψεις, το έλλειμμα αναμένεται να αυξηθεί από 15,3 δισ. ευρώ το 2027 σε 40,4 δισ. ευρώ το 2030.

Η αντίδραση της φαρμακοβιομηχανίας

Οι φαρμακευτικές εταιρείες αντιδρούν έντονα στις αλλαγές, υποστηρίζοντας ότι η Γερμανία στέλνει αρνητικό μήνυμα σε έναν κλάδο που χρειάζεται μακροπρόθεσμη σταθερότητα για να επενδύει σε παραγωγή, έρευνα και καινοτομία.

Ο Dave Ricks δήλωσε ότι οι μεταρρυθμίσεις στέλνουν «τρομερό μήνυμα» προς τις φαρμακευτικές εταιρείες. Η τοποθέτησή του δείχνει ότι η Lilly βλέπει τη νέα πολιτική όχι απλώς ως λογιστικό μέτρο περιορισμού δαπανών, αλλά ως παράγοντα που επηρεάζει τη στρατηγική επιλογή τοποθεσίας για μελλοντικές επενδύσεις.

Ανάλογη ήταν η στάση της Boehringer Ingelheim. Ο Médard Schoenmaeckers, διευθύνων σύμβουλος της Boehringer στη Γερμανία, αναγνώρισε ότι η χώρα πρέπει να αντιμετωπίσει το έλλειμμα των ασφαλιστικών ταμείων. Ωστόσο, υποστήριξε ότι η σημερινή πρόταση αποτελεί βραχυπρόθεσμο μέτρο περικοπών, το οποίο συγκρούεται με τον διακηρυγμένο στόχο της κυβέρνησης να στηρίξει τη φαρμακοβιομηχανία.

Το ευρωπαϊκό δίλημμα: Δαπάνες ή επενδύσεις;

Η ένταση στη Γερμανία δεν αποτελεί μεμονωμένο περιστατικό. Αντίστοιχο δίλημμα καταγράφεται σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες: οι κυβερνήσεις προσπαθούν να ελέγξουν τις δαπάνες υγείας, ενώ ταυτόχρονα δηλώνουν ότι θέλουν να προσελκύσουν επενδύσεις στη φαρμακευτική παραγωγή, στη βιοτεχνολογία και στην καινοτομία.

Η ισορροπία αυτή γίνεται ολοένα πιο δύσκολη. Από τη μία πλευρά, τα συστήματα υγείας πιέζονται από το αυξανόμενο κόστος των νέων θεραπειών, τη γήρανση του πληθυσμού και τη δημοσιονομική στενότητα. Από την άλλη, οι εταιρείες ζητούν προβλέψιμο περιβάλλον τιμολόγησης και αποζημίωσης, ώστε να δεσμεύουν κεφάλαια σε πολυετείς επενδύσεις.

Η Γερμανία θεωρούνταν για χρόνια μία από τις πιο σημαντικές ευρωπαϊκές αγορές για τη φαρμακοβιομηχανία. Εάν, όμως, οι νέες πολιτικές περιορίσουν τη δυνατότητα των εταιρειών να αποκομίσουν επαρκείς αποδόσεις από καινοτόμα προϊόντα, οι όμιλοι προειδοποιούν ότι θα εξετάσουν άλλες αγορές για παραγωγή, λανσαρίσματα και επενδύσεις.

Τα προηγούμενα στο Ηνωμένο Βασίλειο

Η ίδια δυναμική έχει ήδη εμφανιστεί και στο Ηνωμένο Βασίλειο. Την περασμένη χρονιά, η Merck εγκατέλειψε επενδυτικό σχέδιο ύψους 1,3 δισ. δολαρίων, η AstraZeneca ανέστειλε δέσμευση 270 εκατ. δολαρίων και η Sanofi πάγωσε επενδύσεις, στο πλαίσιο διαμάχης για την τιμολόγηση των φαρμάκων.

Στη συνέχεια, οι Βρετανοί πολιτικοί αντιμετώπισαν μέρος των ανησυχιών του κλάδου, συμφωνώντας να πληρώνουν 25% περισσότερο για νέα φάρμακα στο πλαίσιο συμφωνίας με τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ.

Η Γερμανία φαίνεται τώρα να γίνεται το νέο επίκεντρο ανησυχίας για τη φαρμακοβιομηχανία. Ο Dave Ricks προειδοποίησε ότι, εάν οι μεταρρυθμίσεις προχωρήσουν, η χώρα θα γίνει το λιγότερο υποστηρικτικό περιβάλλον στην Ευρώπη για τον κλάδο. Από την πλευρά του, ο Médard Schoenmaeckers υποστήριξε ότι οι αλλαγές μπορεί να οδηγήσουν στο να μη λανσάρονται μελλοντικές καινοτομίες στη Γερμανία.

Ο παράγοντας Τραμπ και οι τιμές «πλέον ευνοούμενου κράτους»

Το ρίσκο για την Ευρώπη ενισχύεται και από τις προτάσεις του Ντόναλντ Τραμπ για τιμολόγηση φαρμάκων με βάση την αρχή του «πλέον ευνοούμενου κράτους». Η προσέγγιση αυτή συνδέει τις τιμές στις ΗΠΑ με τις τιμές που χρεώνουν οι εταιρείες σε άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων και η Γερμανία.

Για τις φαρμακευτικές εταιρείες, αυτό δημιουργεί ισχυρό αντικίνητρο να δεχθούν μεγάλες πιέσεις τιμών στην Ευρώπη. Εάν μια εταιρεία μειώσει πολύ την τιμή ενός φαρμάκου στη Γερμανία, μπορεί να επηρεάσει την τιμή του ίδιου προϊόντος στη μεγαλύτερη και πιο κερδοφόρα φαρμακευτική αγορά του κόσμου: τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Έτσι, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δεν πιέζουν πλέον μόνο τις τοπικές τιμές. Επηρεάζουν, έμμεσα, την παγκόσμια στρατηγική τιμολόγησης των εταιρειών. Αυτό μπορεί να οδηγήσει ορισμένους ομίλους να καθυστερήσουν ή ακόμη και να αποφύγουν το λανσάρισμα καινοτόμων φαρμάκων σε χώρες με μεγάλη πίεση τιμών.

Η Ευρώπη αναζητά φαρμακευτικούς πρωταθλητές

Η υπόθεση Lilly και Boehringer αναδεικνύει ένα ευρύτερο πρόβλημα για την Ευρώπη. Η ήπειρος διαθέτει ισχυρή επιστημονική βάση, πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα, βιοτεχνολογικές εταιρείες και φαρμακευτική παράδοση. Ωστόσο, η μετατροπή της έρευνας σε μεγάλες, διεθνώς ανταγωνιστικές εταιρείες απαιτεί κεφάλαια, ταχύτητα, σταθερότητα και πολιτικό πλαίσιο που δεν αποθαρρύνει την ανάπτυξη.

Όπως επισημαίνουν επενδυτές και παράγοντες της αγοράς, η Ευρώπη χρειάζεται μεγαλύτερο βάθος κεφαλαίων, διασυνοριακή επενδυτική στήριξη και ελαφρύτερο ρυθμιστικό περιβάλλον, ώστε οι εταιρείες να μπορούν να μεγαλώνουν χωρίς να μεταφέρουν την ανάπτυξή τους αλλού.

Οι τελευταίες κινήσεις στη Γερμανία δείχνουν ότι η συζήτηση δεν αφορά μόνο τη βιοτεχνολογία πρώιμου σταδίου. Αφορά και τη βιομηχανική παραγωγή, τις μονάδες φαρμάκων υψηλής ζήτησης, τις θέσεις εργασίας, τις εξαγωγές και την ικανότητα της Ευρώπης να παραμείνει κόμβος καινοτομίας.

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα

Διαβάστε επίσης 

Boehringer Ingelheim: Στο πλευρό της εκστρατείας «Με Οδηγό τον Διαβήτη»

Σπάνιες νεφρικές παθήσεις: Συμφωνία Lilly – Ascidian για νέες γονιδιακές θεραπείες

- Advertisement -

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ